επιτυμβίδιος

ἐπιτυμβίδιος, -ία, -ον (Α) [επιτύμβιος]
1. επιτύμβιος, επιτάφιος («ἀντὶ δὲ θρήνων ἐπιτυμβιδίων» — τών επιτάφιων τραγουδιών, Αισχύλ.)
2. φρ. «ἐπιτυμβίδιοι κορυδαλλίδες» — επίθ. τών κορυδαλλών, επειδή έχουν πάνω στο κεφάλι τους λοφίο σαν τύμβο ή επειδή συνηθίζουν να κάθονται πάνω σε τάφους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτυμβιδίων — ἐπιτυμβίδιος at fem gen pl ἐπιτυμβίδιος at masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυμβίδιον — ἐπιτυμβίδιος at masc acc sg ἐπιτυμβίδιος at neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυμβίδιαι — ἐπιτυμβίδιος at fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυμβίδιοι — ἐπιτυμβίδιος at masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.